Μετάφραση του "krig" σε Ελληνικά

Οι πόλεμος, μόλεμος, Πόλεμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "krig" σε Ελληνικά.

krig γραμματική

Konflikt som utkjempes med vold

+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • πόλεμος

    noun masculine

    οργανωμένη σύγκρουση μεταξύ δυο χωρών

    Slår vi ikke ut Tysklands industri, kan vi tape krigen.

    Θα μπορούσαμε να χάσουμε τον πόλεμο αν δεν καταστρέψουμε την γερμανική βιομηχανία.

  • μόλεμος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " krig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Krig
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • Πόλεμος

    Kriger, både store og små, har lagt mange land øde og ført millioner av mennesker ned i en altfor tidlig grav.

    Πόλεμοι, μικροί και μεγάλοι, έχουν ερημώσει πολλές χώρες κι έχουν οδηγήσει εκατομμύρια ανθρώπων προώρως στο τάφο.

Φράσεις παρόμοιες με "krig" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "krig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη