Μετάφραση του "kriminalitet" σε Ελληνικά

Οι έγκλημα, εγκληματικότητα, Έγκλημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kriminalitet" σε Ελληνικά.

kriminalitet
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • έγκλημα

    noun neuter

    Ofte gjør man en felles innsats for å prøve å få slutt på narkotikamisbruket og kriminaliteten i barrioen.

    Συχνά, καταβάλλονται ενωμένες προσπάθειες για να απαλλαχτεί ένα μπάριο από τα ναρκωτικά ή το έγκλημα.

  • εγκληματικότητα

    noun feminine

    Den sammenhengen er ikke i hovedsak drevet av at det foregår mer kriminalitet.

    Η συσχέτιση δεν οφείλεται κυρίως σε αυξημένη εγκληματικότητα.

  • Έγκλημα

    Ofte gjør man en felles innsats for å prøve å få slutt på narkotikamisbruket og kriminaliteten i barrioen.

    Συχνά, καταβάλλονται ενωμένες προσπάθειες για να απαλλαχτεί ένα μπάριο από τα ναρκωτικά ή το έγκλημα.

  • Εγκληματικότητα

    Den sammenhengen er ikke i hovedsak drevet av at det foregår mer kriminalitet.

    Η συσχέτιση δεν οφείλεται κυρίως σε αυξημένη εγκληματικότητα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kriminalitet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kriminalitet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη