Μετάφραση του "kristendom" σε Ελληνικά

Οι χριστιανισμός, χριστιανοί, Χριστιανισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kristendom" σε Ελληνικά.

kristendom γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • χριστιανισμός

    noun masculine

    Da kristendommen senere ble gjort til statsreligion i det romerske rike, ble korset kirkens symbol.

    Όταν ο χριστιανισμός έγινε αργότερα η επίσημη θρησκεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ο σταυρός έγινε το σύμβολο της εκκλησίας.

  • χριστιανοί

    Vi konsentrerte oss om engelsktalende som bekjente seg til kristendommen.

    Συγκεντρώναμε τις προσπάθειές μας κυρίως στους αγγλόφωνους κατ’ όνομα Χριστιανούς.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kristendom " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Kristendom
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • Χριστιανισμός

    noun

    Da vil du få se hva kristendommen, ikke kristenheten, kan gjøre for deg.

    Τότε θα ίδετε τι η Χριστιανοσύνη, και όχι ο «Χριστιανισμός», μπορεί να κάμη για σας.

  • χριστιανισμός

    noun masculine

    Kristendommen tok faktisk til seg noen greske filosofiske tradisjoner for å forene folks tro med deres eksisterende kultur.

    Στην πραγματικότητα, ο χριστιανισμός υιοθέτησε μερικές ελληνικές φιλοσοφικές παραδόσεις για να συμφιλιώσει τα πιστεύω των ανθρώπων με την υπάρχουσα κουλτούρα.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kristendom" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη