Μετάφραση του "kryptografi" σε Ελληνικά
Οι κρυπτογραφία, Κρυπτογραφία, κρυπτογράφηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kryptografi" σε Ελληνικά.
kryptografi
-
κρυπτογραφία
noun femininePå 1400-tallet var det blitt vanlig at europeiske diplomater gjorde bruk av kryptografi.
Το 15ο αιώνα, η κρυπτογραφία είχε αρχίσει πλέον να αποτελεί συνηθισμένη τακτική των Ευρωπαίων διπλωματών.
-
Κρυπτογραφία
På 1400-tallet var det blitt vanlig at europeiske diplomater gjorde bruk av kryptografi.
Το 15ο αιώνα, η κρυπτογραφία είχε αρχίσει πλέον να αποτελεί συνηθισμένη τακτική των Ευρωπαίων διπλωματών.
-
κρυπτογράφηση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kryptografi " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη