Μετάφραση του "kul" σε Ελληνικά

Οι όζος, καρούμπαλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kul" σε Ελληνικά.

kul adjective noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • όζος

    noun masculine
  • καρούμπαλο

    neuter

    Våknet opp her med en kul i hodet slik som deg.

    Ξύπνησα εδώ με ένα καρούμπαλο όπως κι εσύ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kul " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "kul" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αίρεση · λατρεία
  • Σφαίρα · βλήμα · βόλι · σφαίρα
  • Καλτ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kul" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη