Μετάφραση του "lat" σε Ελληνικά

Το τεμπέλης είναι η μετάφραση του "lat" σε Ελληνικά.

lat adjective γραμματική

Uvillig til å arbeide eller anstrenge seg.

+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • τεμπέλης

    adjective

    Dessuten er han den lateste hvitingen som har dritt mellom to sko.

    Επίσης, είναι ο μεγαλύτερος τεμπέλης που είδε ποτέ ο πλανήτης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "lat" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη