Μετάφραση του "latskap" σε Ελληνικά

Οι νωθρότητα, τεμπελιά, Τεμπελιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "latskap" σε Ελληνικά.

latskap
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • νωθρότητα

    noun feminine

    Din latskap kan ikke unnskyldes av en mistenkt tvangsmatet av offerets familie.

    Συγχωρέστε με Ντετέκτιβ, η νωθρότητα σας δεν συγχωρείται επειδή σας ζόρισε η οικογένεια του θύματος.

  • τεμπελιά

    noun feminine

    Enkelte hevder til og med at det ikke fantes tyveri, latskap eller umoral blant disse menneskene.

    Μερικοί μάλιστα ισχυρίζονται ότι δεν υπήρχε κλεψιά, τεμπελιά και διαφθορά μεταξύ των Ίνκα.

  • Τεμπελιά

    tilværelse av ikke-anstrengelse

    Unngå latskap i forbindelse med studium og tjeneste.

    Να Αποφεύγετε την Τεμπελιά στη Μελέτη και στη Διακονία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • οκνηρία
    • ραθυμία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " latskap " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "latskap" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη