Μετάφραση του "laug" σε Ελληνικά
Οι συντεχνία, αδελφότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "laug" σε Ελληνικά.
laug
noun
neuter
γραμματική
-
συντεχνία
συνεργατικός και συνεταιρικός θεσμός μεταξύ τεχνιτών ή εμπόρων που ασκούν έλεγχο στην τέχνη τους σε μια πόλη
En gammel innskrift i Filippi forteller at purpurselgerne hadde et laug i den byen.
Μια επιγραφή που βρέθηκε στους Φιλίππους πιστοποιεί ότι στην πόλη υπήρχε συντεχνία πωλητών πορφύρας.
-
αδελφότητα
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " laug " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Φράσεις παρόμοιες με "laug" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ψεύδομαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη