Μετάφραση του "legeme" σε Ελληνικά

Οι σάρκα, σώμα, υλικό σώμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "legeme" σε Ελληνικά.

legeme γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • σάρκα

    noun feminine

    Bibelens enkle, rene prinsipper kan virkelig bety ’legedom for hele ditt legeme’.

    Οι απλές και καθαρές αρχές της Γραφής μπορούν πραγματικά να σημάνουν ίασιν σε όλη τη σάρκα σας.

  • σώμα

    noun

    φυσική υπόσταση ζωντανού οργανισμού

    Ved døden mener de at sjelen går over i et annet legeme.

    Στον θάνατο η ψυχή λέγεται ότι «μετεμψυχώνεται» δηλαδή περνά σ’ ένα άλλο σώμα.

  • υλικό σώμα

    romlig avgrenset mengde materie

    Han har riktignok ikke noe materielt legeme, men han har et åndelig legeme.

    Αν και δεν έχει υλικό σώμα, έχει πνευματικό σώμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " legeme " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "legeme" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "legeme" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη