Μετάφραση του "lenke" σε Ελληνικά
Οι αλυσίδα, άλυσος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lenke" σε Ελληνικά.
lenke
γραμματική
-
αλυσίδα
noun feminineOk. jeg tror jeg har satt det opp rett på loddemerkene der hvor lenken er svakest.
Το τοποθέτησα στα σημεία συγκόλλησης, όπου η αλυσίδα είναι πιο αδύναμη.
-
άλυσος
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lenke " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Φράσεις παρόμοιες με "lenke" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ταμερλάνος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη