Μετάφραση του "lim" σε Ελληνικά
Οι κόλλα, Κόλλα, αυτοκόλλητο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lim" σε Ελληνικά.
lim
-
κόλλα
noun feminineEt dusin av dem kan leve en hel uke av limet på bare ett frimerke.
Καμιά δεκαριά απ’ αυτές μπορούν να τρέφονται επί μια εβδομάδα με την κόλλα ενός μόνο γραμματόσημου.
-
Κόλλα
Tetningsmiddel blandet med den riktige herderen blir en unik versjon av sovjetisk Karlsens lim.
Στόκος ανακατεμένος με το κατάλληλο σκληρυντικό φτιάχνει μια μοναδική εκδοχή Ρώσικης Τρελής Κόλλας.
-
αυτοκόλλητο
Noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- γόμα
- κολλα
- κολλητική ουσία
- συγκολλητικό
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lim " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη