Μετάφραση του "lin" σε Ελληνικά
Οι λινάρι, λινό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lin" σε Ελληνικά.
lin
γραμματική
-
λινάρι
noun neuterHun har klær av lin og fiolett ull.
Τα ρούχα της είναι από λινάρι και πορφυροκόκκινο μαλλί.
-
λινό
noun neuterDet er ikke lett å trekke ut de fibrene som etter hvert blir til vakkert, eksklusivt lin.
Η εξαγωγή των ινών που τελικά παράγουν το όμορφο, πολυτελές λινό δεν είναι εύκολη υπόθεση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lin " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Εικόνες με "lin"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη