Μετάφραση του "liturgi" σε Ελληνικά

Οι λειτουργία, λειτουργική, Λειτουργική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "liturgi" σε Ελληνικά.

liturgi
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • λειτουργία

    noun feminine

    Henrik, som var munk, tok til orde mot korrupsjon i kirken og ubibelske trekk ved kirkens liturgi.

    Ο Ερρίκος, που ήταν μοναχός, κατέκρινε τη διαφθορά που υπήρχε στην εκκλησία καθώς και τις αντιγραφικές πτυχές των εκκλησιαστικών λειτουργιών.

  • λειτουργική

    noun

    Men en av de mest betydningsfulle forandringene i den katolske liturgi var at man begynte å bruke folkespråket.

    Ωστόσο, μια από τις πιο αξιοσημείωτες αλλαγές στην Καθολική λειτουργική ήταν η τέλεση της Θείας Λειτουργίας στη γλώσσα της κάθε χώρας.

  • Λειτουργική

    Men en av de mest betydningsfulle forandringene i den katolske liturgi var at man begynte å bruke folkespråket.

    Ωστόσο, μια από τις πιο αξιοσημείωτες αλλαγές στην Καθολική λειτουργική ήταν η τέλεση της Θείας Λειτουργίας στη γλώσσα της κάθε χώρας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " liturgi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "liturgi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη