Μετάφραση του "livmor" σε Ελληνικά

Οι μήτρα, μύτρα, Μήτρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "livmor" σε Ελληνικά.

livmor γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • μήτρα

    noun feminine

    Tykktarmen er klippet bort og nyre og livmor har blitt fjernet.

    Το κόλον είχε κοπεί και οι νεφροί και η μήτρα είχαν αφαιρεθεί.

  • μύτρα

  • Μήτρα

    Tykktarmen er klippet bort og nyre og livmor har blitt fjernet.

    Το κόλον είχε κοπεί και οι νεφροί και η μήτρα είχαν αφαιρεθεί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " livmor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "livmor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη