Μετάφραση του "lodd" σε Ελληνικά

Οι αλφάδι, βάρη, βαράκια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lodd" σε Ελληνικά.

lodd
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • αλφάδι

    noun neuter
  • βάρη

    noun neuter

    Renningstrådene hang ned fra bommen og hadde lodd i endene, slik at de ble holdt stramme.

    Τα νήματα του στημονιού κρέμονταν από αυτή τη δοκό και είχαν προσαρμοσμένα βάρη που τα κρατούσαν τεντωμένα.

  • βαράκια

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βαρίδι
    • λαχείο
    • μοίρα
    • μονάδα βάρους
    • πεπρωμένο
    • περίσταση
    • τύχη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lodd " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "lodd" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ασαφής · χνουδωτός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lodd" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη