Μετάφραση του "lydighet" σε Ελληνικά
Το υπακοή είναι η μετάφραση του "lydighet" σε Ελληνικά.
lydighet
-
υπακοή
noun feminineVår lydighet er et tegn på at vi har gått framover mot modenhet.
Η υπακοή μας δείχνει ότι έχουμε προοδεύσει προς την ωριμότητα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lydighet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη