Μετάφραση του "maler" σε Ελληνικά

Οι ζωγράφος, βαφέας, μπογιατζής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "maler" σε Ελληνικά.

maler γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • ζωγράφος

    noun masculine

    καλλιτέχνης που εξασκεί τη ζωγραφική

    Han hadde atelier i hjørnet av ballsalen, men lyktes ikke som maler.

    Διατηρούσε ένα στούντιο σε μια γωνία της αίθουσας χορού αλλά δεν εξελίχθηκε ως ζωγράφος.

  • βαφέας

    noun masculine
  • μπογιατζής

    noun masculine

    Han begynte å arbeide som skopusser og solgte søtsaker, og senere arbeidet han som maler.

    Αυτός έπιασε δουλειά, γυαλίζοντας παπούτσια και πουλώντας γλυκά, κι αργότερα δούλεψε μπογιατζής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " maler " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Maler
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • Πρότυπα

    Malen inneholder ikke et gyldig gjøremål

    Το πρότυπο δεν περιέχει μία έγκυρη εργασία προς υλοποίηση

Φράσεις παρόμοιες με "maler" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • προτυποποιημένο στοιχείο ελέγχου
  • Αναζήτηση εργασιών και προτύπων
  • βύνη
  • αλέθω · βάφω · βαφή · γουργουρίζω · ζωγραφίζω · μπογιατίζω · χρωματίζω
  • πρότυπο τύπου γονικού περιεχομένου
  • Πρότυπα διαχείρισης
  • mol
    Γραμμομόριο · γραμμομόριο
  • mal
    πρότυπο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "maler" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη