Μετάφραση του "mann" σε Ελληνικά

Οι άνδρας, άντρας, σύζυγος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mann" σε Ελληνικά.

mann masculine γραμματική

Gift mann

+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • άνδρας

    noun masculine

    αρσενικός άνθρωπος [..]

    En mann som har prestedømmet, har ærbødighet for morsrollen.

    Ένας άνδρας ο οποίος φέρει την ιεροσύνη δείχνει σεβασμό για τη μητρότητα.

  • άντρας

    noun masculine

    Du er den eneste mannen som får voldta meg.

    Ναι, είσαι ο μοναδικός άντρας στον κόσμο που θέλω να με βιάσει.

  • σύζυγος

    noun masculine

    Selv om jeg har mistet mannen min, er jeg ikke alene.

    Αν και έχασα το σύζυγό μου, δεν είμαι μόνη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αγόρι
    • άνθρωπος
    • άρρην
    • άτομο
    • αρσενικός
    • κύριος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mann " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Εικόνες με "mann"

Φράσεις παρόμοιες με "mann" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mann" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη