Μετάφραση του "matlyst" σε Ελληνικά

Το όρεξη είναι η μετάφραση του "matlyst" σε Ελληνικά.

matlyst
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • όρεξη

    noun feminine

    Endringer i matlyst, vekt og søvnmønster er vanlig.

    Οι αλλαγές στην όρεξη, στο βάρος και στις συνήθειες ύπνου είναι κάτι κοινό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " matlyst " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "matlyst" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη