Μετάφραση του "maur" σε Ελληνικά
Οι μυρμήγκι, μυρμήκι, μερμήγκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "maur" σε Ελληνικά.
maur
masculine
γραμματική
-
μυρμήγκι
noun neuterMens den hviler i denne tilstanden, inntreffer det forandringer, og resultatet blir en voksen maur.
Ενώ παραμένει σ’ αυτή την κατάστασι, κατόπιν αλλάζει και παρουσιάζεται ένα πλήρες μυρμήγκι.
-
μυρμήκι
-
μερμήγκι
noun neuterDet lignet en vogn som var så stor at han følte seg som en maur.
Ήταν ως ένα άρμα τόσο γιγάντειο ώστε να τον κάνη να αισθάνεται ως μερμήγκι.
-
μερμήκι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " maur " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Εικόνες με "maur"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη