Μετάφραση του "medskyldig" σε Ελληνικά

Οι συνεργός, διάδικος, συμβαλλόμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "medskyldig" σε Ελληνικά.

medskyldig adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • συνεργός

    noun masculine

    Ikke bare svek du vårt vennskap, du er også blitt medskyldig i overlagt drap.

    Λάθος απόφαση, καθηγητά. Πρόδωσες τήν φιλία μας καί έγινες συνεργός σέ προμελετημένο φόνο.

  • διάδικος

    noun
  • συμβαλλόμενος

    noun
  • συνένοχος

    Jehova Gud kunne ikke være medskyldig i slike handlinger, kunne han vel?

    Ο Ιεχωβά δεν μπορούσε να είναι συνένοχος σε καμμιά τέτοια πορεία ενεργείας, δεν είναι έτσι;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " medskyldig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "medskyldig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη