Μετάφραση του "mental" σε Ελληνικά

Το διανοητικός είναι η μετάφραση του "mental" σε Ελληνικά.

mental
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • διανοητικός

    adjective masculine

    Motgang og lidelser kan få et menneske til å miste sin mentale likevekt.

    Οι δυσχέρειες και τα παθήματα μπορεί να κάνουν κάποιον να χάσει τη διανοητική του ισορροπία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mental " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "mental" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mental" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη