Μετάφραση του "minister" σε Ελληνικά
Οι υπουργός, υπουργόσ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "minister" σε Ελληνικά.
minister
-
υπουργός
noun masculineπολιτικός που διευθύνει συγκεκριμένο τομέα των καθηκόντων μιας εθνικής ή τοπικής κυβέρνησης
Den unge ministeren burde ikke føle seg avdanket.
Ο νεαρός υπουργός δεν θα έπρεπε να νιώθει ξοφλημένος.
-
υπουργόσ
Den unge ministeren burde ikke føle seg avdanket.
Ο νεαρός υπουργός δεν θα έπρεπε να νιώθει ξοφλημένος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " minister " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη