Μετάφραση του "minoritet" σε Ελληνικά

Οι μειονότητα, Μειονότητα, μειοψηφία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "minoritet" σε Ελληνικά.

minoritet
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • μειονότητα

    noun feminine

    Og du føler sikkert at du forstår henne bedre fordi hun også tilhører en minoritet.

    Και μαντεύω πως νιώθεις ότι την καταλαβαίνεις καλύτερα επειδή είναι μειονότητα επίσης.

  • Μειονότητα

    Og du føler sikkert at du forstår henne bedre fordi hun også tilhører en minoritet.

    Και μαντεύω πως νιώθεις ότι την καταλαβαίνεις καλύτερα επειδή είναι μειονότητα επίσης.

  • μειοψηφία

    noun

    Kjensgjerningene viser at bare en liten minoritet av geistlige forkastet Hitlers regime.

    Τα γεγονότα αποδεικνύουν ότι μόνο μια μικρή μειοψηφία κληρικών αντιτάχθηκε στο Χιτλερικό καθεστώς.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " minoritet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "minoritet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη