Μετάφραση του "moder" σε Ελληνικά

Οι μητέρα, μάνα, μαμά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "moder" σε Ελληνικά.

moder
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • μητέρα

    noun feminine

    Den store, hvite moderen, som sendte mat til deg og folket ditt da dere sultet.

    Η υπέροχη λευκή μητέρα που έστειλε φαγητό σ'εσένα όταν πεινούσες.

  • μάνα

    noun feminine

    Så her er vår sjanse til og gjøre noe for moder jord.

    Αυτή είναι η ευκαιρία μας να ρίξουμε ξύλο για χάρη της μάνας Γης.

  • μαμά

    noun feminine

    Moderen og drengen blev skudt

    Η μαμά και ο μικρός σκοτώθηκαν

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " moder " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "moder" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη