Μετάφραση του "mor" σε Ελληνικά

Οι μητέρα, μάνα, μαμά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mor" σε Ελληνικά.

mor γραμματική

kvinne som har barn

+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • μητέρα

    noun feminine

    hunkjønnet forelder [..]

    Elsker du din mor?

    Αγαπάς τη μητέρα σου;

  • μάνα

    noun feminine

    Min mor har alltid sagt å sette tegn i verden.

    Η μάνα μου μου έλεγε να αφήσω το χνάρι μου στη Γη.

  • μαμά

    noun feminine

    Bare fordi jeg er mor, er jeg ikke en ny person.

    Επειδή είμαι μαμά δε σημαίνει ότι θα γίνω κάπoια άλλη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "mor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Ασπρίτσα · Πλατίκα Βεγορίτιδας · Πλατίτσα · Τσιρώνι
  • διασκεδάζω · ψυχαγωγώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη