Μετάφραση του "munk" σε Ελληνικά

Οι μοναχός, καλόγερος, Μοναχός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "munk" σε Ελληνικά.

munk γραμματική

Munk (fugl)

+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • μοναχός

    noun masculine

    θρησκευτική ενασχόληση

    Jeg kunne ha forlatt deg ved porten, munk.

    Θα μπορούσα να σε έχω αφήσει στην πύλη, μοναχέ.

  • καλόγερος

    noun masculine

    Jeg kan ikke forvente at du skal leve som en munk mens du er borte.

    Δεν περιμένω να είσαι καλόγερος ενώ είσαι μακριά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " munk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Munk
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • Μοναχός

    Munker og avskrivere i middelalderen sørget imidlertid for at disse skriftene ikke gikk i glemmeboken.

    Ωστόσο, κάποιοι μοναχοί και αντιγραφείς του Μεσαίωνα δεν άφησαν αυτά τα έργα να βυθιστούν στη λήθη.

  • Σικαλλία

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "munk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη