Μετάφραση του "nedleggelse" σε Ελληνικά

Οι διακοπή λειτουργίας, κλείσιμο, παύση δραστηριοτήτων είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nedleggelse" σε Ελληνικά.

nedleggelse
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • διακοπή λειτουργίας

    noun
  • κλείσιμο

    noun

    Bare fire arbeidere dukket opp for å protestere mot nedleggelsen.

    Μόνο τέσσερις εργάτες εμφανίστηκαν για να διαμαρτυρηθούν για το κλείσιμο.

  • παύση δραστηριοτήτων

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nedleggelse " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nedleggelse" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη