Μετάφραση του "nesehorn" σε Ελληνικά
Οι ρινόκερος, ρινόκερως, ριονκερώντος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nesehorn" σε Ελληνικά.
nesehorn
-
ρινόκερος
noun masculineHan ser ut og oppfører seg som et nesehorn.
Μοιάζει και συμπεριφέρεται σαν ρινόκερος.
-
ρινόκερως
noun masculine -
ριονκερώντος
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " nesehorn " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη