Μετάφραση του "nesehorn" σε Ελληνικά

Οι ρινόκερος, ρινόκερως, ριονκερώντος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nesehorn" σε Ελληνικά.

nesehorn
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • ρινόκερος

    noun masculine

    Han ser ut og oppfører seg som et nesehorn.

    Μοιάζει και συμπεριφέρεται σαν ρινόκερος.

  • ρινόκερως

    noun masculine
  • ριονκερώντος

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nesehorn " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nesehorn" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη