Μετάφραση του "offentlighet" σε Ελληνικά

Οι κοινό, λαός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "offentlighet" σε Ελληνικά.

offentlighet
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • κοινό

    noun neuter

    Men i siste øyeblikk forbød myndighetene i kantonen Luzern offentligheten å høre foredraget.

    Ωστόσο, την τελευταία στιγμή, απαγορεύτηκε για το κοινό από τις αρχές του καντονίου της Λουκέρνης.

  • λαός

    noun masculine

    Politikere bedrar offentligheten, tenåringer bærer våpen og dreper, skolebarn stjeler fra hverandre.

    Οι πολιτικοί εξαπατούν το λαό, οι έφηβοι οπλοφορούν και σκοτώνουν, τα παιδιά σχολικής ηλικίας επιτίθενται το ένα στο άλλο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " offentlighet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "offentlighet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη