Μετάφραση του "oljemaling" σε Ελληνικά
Οι ελαιογραφία, λαδομπογιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "oljemaling" σε Ελληνικά.
oljemaling
-
ελαιογραφία
noun feminineΗ διαδικασία της ζωγραφικής με χρωστικές ουσίες ανακατεμένες με στεγνωτικό λάδι
Det finnes en lang rekke forskjellige pensler som kan brukes til oljemaling.
Υπάρχει μια μεγάλη ποικιλία πινέλων που μπορείτε να χρησιμοποιήσετε για την ελαιογραφία σας.
-
λαδομπογιά
malingsfarge med olje som bindemiddel
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " oljemaling " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη