Μετάφραση του "olm" σε Ελληνικά

Οι εξοργισμένος, έξαλλος, μανιασμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "olm" σε Ελληνικά.

olm γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • εξοργισμένος

    adjective masculine
  • έξαλλος

    adjective masculine
  • μανιασμένος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τρελός
    • Ολμ
    • έξω φρενών
    • μαινόμενος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " olm " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "olm" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη