Μετάφραση του "park" σε Ελληνικά

Οι πάρκο, κήπος, άλσος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "park" σε Ελληνικά.

park γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • πάρκο

    noun neuter

    ανοιχτός χώρος διατηρημένος στην φυσική του μορφή

    Det går også an å spille forskjellig sammen med kristne venner på en gårdsplass eller i en park.

    Μερικά αθλήματα μπορείς να τα απολαμβάνεις με Χριστιανούς φίλους σε μια αυλή ή σε ένα κοντινό πάρκο.

  • κήπος

    noun masculine

    Vi besøkte et sted med utsikt over byen, en orkidéhage, offentlige parker — vi måtte se alt sammen.

    Ένα περίβλεπτο σημείο πάνω από την πόλι, ένας κήπος με ορχιδέες, δημόσια πάρκα—όλα έπρεπε να τα δούμε.

  • άλσος

    noun

    De kunne godt tenke seg å dra til en park eller til et utfartssted eller reise til sjøen eller på fjellet.

    Θα μπορούσαν να είναι σ’ ένα άλσος ή σ’ ένα τόπο παραθερισμού, στον ωκεανό ή στα βουνά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δημόσιος κήπος
    • αγρός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " park " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "park" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "park" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη