Μετάφραση του "partiskhet" σε Ελληνικά
Το προκατάληψη είναι η μετάφραση του "partiskhet" σε Ελληνικά.
partiskhet
-
προκατάληψη
noun feminineJeg holder forholdene private så ingen mistenkes for partiskhet.
Κρατάω αυτές τις σχέσεις ιδιωτικές, για να μην ισχυριστεί κανείς κάποια προκατάληψη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " partiskhet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη