Μετάφραση του "partiskhet" σε Ελληνικά

Το προκατάληψη είναι η μετάφραση του "partiskhet" σε Ελληνικά.

partiskhet
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • προκατάληψη

    noun feminine

    Jeg holder forholdene private så ingen mistenkes for partiskhet.

    Κρατάω αυτές τις σχέσεις ιδιωτικές, για να μην ισχυριστεί κανείς κάποια προκατάληψη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " partiskhet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "partiskhet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη