Μετάφραση του "petroleum" σε Ελληνικά

Οι πετρέλαιο, Πετρέλαιο, ορυκτέλαιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "petroleum" σε Ελληνικά.

petroleum
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • πετρέλαιο

    noun neuter

    Men disse materialene er laget av avfallsprodukter fra jordbruket, ikke fra petroleum.

    Αλλά αυτά τα υλικά αναπτύσσονται από αγροτικά παραπροϊόντα, όχι από πετρέλαιο.

  • Πετρέλαιο

    Men disse materialene er laget av avfallsprodukter fra jordbruket, ikke fra petroleum.

    Αλλά αυτά τα υλικά αναπτύσσονται από αγροτικά παραπροϊόντα, όχι από πετρέλαιο.

  • ορυκτέλαιο

    neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " petroleum " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Petroleum
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • Πετρέλαιο

    Petroleum siver noen ganger opp til overflaten gjennom sprekker i jorden.

    Όσον αφορά το πετρέλαιο, μπορεί να έχει είτε υγρή μορφή είτε μορφή ασφάλτου, πίσσας, πισσασφάλτου ή υγρόπισσας.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "petroleum" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη