Μετάφραση του "pipe" σε Ελληνικά

Οι καπνοδόχος, κάννη, καμινάδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pipe" σε Ελληνικά.

pipe γραμματική

Ting til å røyke tobakk med [..]

+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • καπνοδόχος

    noun feminine
  • κάννη

    noun feminine

    Det er nok at noen stopper en knapp i pipen.

    Το μόνο που χρειάζεται είναι ένας εξυπνά - κιας να βάλει ένα κουμπί μέσα στην κάννη.

  • καμινάδα

    noun feminine

    Du er idioten som satt fast i pipa mi før i kveld.

    Είσαι ο βλάκας που κόλλησε στην καμινάδα μου απόψε.

  • φουγάρο

    noun neuter

    Moren din røyker som ei pipe.

    Η μάνα σου καπνίζει σαν φουγάρο, Μάικ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pipe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Εικόνες με "pipe"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pipe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη