Μετάφραση του "pottemaker" σε Ελληνικά

Οι αγγειοπλάστης, αγγειοπλαστική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pottemaker" σε Ελληνικά.

pottemaker
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • αγγειοπλάστης

    noun

    Noen pottemakere arbeidet alene, mens andre hadde hjelpere, ofte lærlinger.

    Ο αγγειοπλάστης μπορεί να δούλευε μόνος του, αλλά ενίοτε είχε βοηθούς, συνήθως μαθητευόμενους.

  • αγγειοπλαστική

    noun feminine

    En pottemaker former leire med hendene for å lage fine ting.

    Στην αγγειοπλαστική ο τεχνίτης εργάζεται με το υλικό του έχοντάς το πολύ κοντά του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pottemaker " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pottemaker" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη