Μετάφραση του "privat" σε Ελληνικά
Οι ιδιωτικός, προσωπικός, Αρχική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "privat" σε Ελληνικά.
privat
-
ιδιωτικός
adjective masculineHan var vår «ansvarlige person», som hadde fått i oppdrag å være vår private guide, tolk og vokter.
Ήταν «υπεύθυνος» για μας, διωρισμένος σαν ιδιωτικός ξεναγός, διερμηνεύς και φύλακας.
-
προσωπικός
adjective masculineJeg vet ikke hvordan dere kom inn, men dette er en privat etasje.
Δεν ξέρω πως βρεθήκατε εδώ πάνω άλλα εδώ είναι προσωπικός όροφος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " privat " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Privat
-
Αρχική
Jeg ville gitt meg de nyhetene privat, uansett hvor sint jeg var på meg.
Αρχικά θα μου έλεγα τα νέα ιδιατέρως, όσο νευριασμένος και να ήμουν με μένα.
-
Αρχική σελίδα
-
Βασική
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Ιδιωτική
- Κεντρική
- Οικία
Φράσεις παρόμοιες με "privat" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια
-
ιδιωτική διαδικασία
-
ιδιωτικό πανεπιστήμιο
-
ιδιωτική συγκρότηση · ιδιωτική συλλογή
-
ιδιωτικό δίκτυο
-
Προσωπική μεταφορά
-
ιδιωτικός τομέας
-
ιδιόκτητο δάσος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη