Μετάφραση του "profesjon" σε Ελληνικά

Το επάγγελμα είναι η μετάφραση του "profesjon" σε Ελληνικά.

profesjon
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • επάγγελμα

    noun neuter

    δραστηριότητα η οποία ασκείται για βιοπορισμό

    Men så arbeider jeg i en profesjon men minkende innkomst.

    Αλλά και πάλι, το επάγγελμα που κάνω, που αποφέρει πολύ λίγα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " profesjon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "profesjon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη