Μετάφραση του "pupill" σε Ελληνικά

Οι κόρη, Κόρη, κόρη ματιού είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pupill" σε Ελληνικά.

pupill masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • κόρη

    noun feminine

    Lys slippes inn i øyet gjennom pupillen, den mørke åpningen i midten av regnbuehinnen.

    Μέσα από τη σκούρα τρύπα στο κέντρο της ίριδας, την κόρη, μπαίνει το φως στο μάτι σας.

  • Κόρη

    ’Han vernet om dem som pupillen i sitt øye’

    “Τους Διαφύλαξε σαν την Κόρη του Ματιού Του”

  • κόρη ματιού

    noun

    En aning forminskelse av pupillene.

    Ελαφρά συστολή κόρης ματιού.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pupill " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Εικόνες με "pupill"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pupill" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη