Μετάφραση του "ren" σε Ελληνικά
Οι καθαρός, παστρικός, άψογος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ren" σε Ελληνικά.
ren
γραμματική
-
καθαρός
adjectiveTom sine klær var gamle, men rene.
Τα ρούχα του Τομ είναι παλιά, αλλά καθαρά.
-
παστρικός
-
άψογος
adjective masculine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αγνός
- απόλυτος
- ολοσχερής
- πλήρης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ren " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ren" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
περιοχή καθαρού αέρα
-
Απλό κείμενο · απλό κείμενο
-
καθαρίζω
-
Η Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν
-
φοβισμένος
-
αντιρρυπαντική τεχνολογία · καθαρή τεχνολογία
-
φοβάμαι
-
γλιτώνω · διασφαλίζω · διασώζω · εξασφαλίζω · σώζω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη