Μετάφραση του "renhet" σε Ελληνικά

Το αγνότητα είναι η μετάφραση του "renhet" σε Ελληνικά.

renhet
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • αγνότητα

    noun feminine

    Disse mennene verdsatte høyt den religiøse renhet i sitt ’hellige folk’.

    Είχαν σε μεγάλη εκτίμηση τη θρησκευτική αγνότητα του ‘άγιου έθνους’ τους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " renhet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "renhet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη