Μετάφραση του "ressurs" σε Ελληνικά
Οι πόρος, μέσα, πόροι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ressurs" σε Ελληνικά.
ressurs
-
πόρος
noun masculineJeg vet at min sønns ressurser er, som hans prestasjoner, ganske begrensede.
Ξέρω πως οι πόροι του γιου μου είναι όπως και τα επιτεύγματά του, πολύ περιορισμένοι.
-
μέσα
nounEn kan også benytte seg av de indre ressursene en har.
Υπάρχουν επίσης εσωτερικά μέσα τα οποία μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει.
-
πόροι
nounJeg vet at min sønns ressurser er, som hans prestasjoner, ganske begrensede.
Ξέρω πως οι πόροι του γιου μου είναι όπως και τα επιτεύγματά του, πολύ περιορισμένοι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ressurs " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ressurs" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απομακρυσμένος πόρος
-
μη ανανεώσιμοι πόροι
-
διατήρηση των θαλάσσιων πόρων
-
Πόροι
-
διατήρηση των γενετικών πόρων
-
στατικός πόρος
-
εκτελεστικός πόρος
-
γενικός πόρος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη