Μετάφραση του "rettskaffenhet" σε Ελληνικά

Οι ορθότητα, τιμιότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rettskaffenhet" σε Ελληνικά.

rettskaffenhet
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • ορθότητα

    noun
  • τιμιότητα

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rettskaffenhet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rettskaffenhet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη