Μετάφραση του "rettssak" σε Ελληνικά

Οι δίκη, αγωγή, δικαστική αγωγή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rettssak" σε Ελληνικά.

rettssak
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • δίκη

    noun feminine

    Jeg kan ikke forandre anførsler midt i en rettssak.

    Δεν μπορώ ν'αλλάξω πλεύση στη μέση της δίκης.

  • αγωγή

    noun feminine

    De skulle avgi forklaring i rettssaken, og fortalte ikke...

    Αυτοί κατέθεσαν ως μάρτυρες στην αγωγή, αυτοί δεν είπαν... ξέρεις τώρα.

  • δικαστική αγωγή

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δοκιμή
    • δοκιμασία
    • εξέταση
    • μήνυση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rettssak " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rettssak" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη