Μετάφραση του "rival" σε Ελληνικά

Οι αντίπαλος, ανταγωνίζομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rival" σε Ελληνικά.

rival
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • αντίπαλος

    noun masculine

    Dette kan altså være en rival som går inn i sin gamle virksomhet.

    Που σημαίνει ότι μπορεί ένας αντίπαλος να αναλαμβάνει την παλιά του επιχείρηση.

  • ανταγωνίζομαι

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rival " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rival" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη