Μετάφραση του "rot" σε Ελληνικά

Οι ρίζα, Ρίζα, νιοστή ρίζα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rot" σε Ελληνικά.

rot masculine γραμματική

Del av plante som er under jorden

+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • ρίζα

    noun feminine

    Og den går rett til roten av mange av de problemene som bekymrer de unge i dag.

    Και φτάνει κατευθείαν στη ρίζα πολλών προβλημάτων που ανησυχούν τους νέους σήμερα.

  • Ρίζα

    plantedel

    Svarte rot vil se at vi endrer kurs.

    Η Μαύρη Ρίζα θα το μάθει μόλις παρεκκλίνουμε από την πορεία.

  • νιοστή ρίζα

  • ρίζωμα

    noun

    Hvis treet blir hogd ned, skyter roten flere skudd som kan bli til nye stammer.

    Αν η ελιά κοπεί, το ρίζωμα βγάζει αρκετά βλαστάρια που μπορούν να γίνουν καινούριοι κορμοί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Εικόνες με "rot"

Φράσεις παρόμοιες με "rot" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη