Μετάφραση του "rumpe" σε Ελληνικά

Οι κώλος, οπίσθια, πισινός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rumpe" σε Ελληνικά.

rumpe γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • κώλος

    noun masculine

    Du kan ikke leve på rumpa di hele livet.

    Ένας ωραίος κώλος δε θα σε πηγαίνει μπροστά σ όλη σου τη ζωή.

  • οπίσθια

    noun neuter

    Du har rumpe og pupper som en skolepike, og det vet du.

    Έχετε οπίσθια και δόντια έφηβης, και το ξέρετε.

  • πισινός

    noun masculine

    Sist jeg satte meg pa ostesnacksen var rumpa oransje i en uke!

    Κάθομαι στα γαριδάκια και ο πισινός μου γίνεται πορτοκαλί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rumpe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rumpe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη