Μετάφραση του "samtykke" σε Ελληνικά

Οι συμφωνία, δέχομαι, συγκατάθεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "samtykke" σε Ελληνικά.

samtykke
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • συμφωνία

    noun feminine
  • δέχομαι

    verb

    Med hans samtykke kom vi tilbake, og studiet ble holdt mens han lå i sengen.

    Αφού δέχτηκε, ξαναπήγαμε και κάναμε τη μελέτη ενώ εκείνος ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι.

  • συγκατάθεση

    noun

    I disse instruksene ble det presisert at blodoverføringer bare kan gis etter skriftlig samtykke fra pasienten.

    Αυτοί οι κανονισμοί ορίζουν ότι μετάγγιση αίματος μπορεί να γίνει μόνο με τη γραπτή συγκατάθεση του ασθενούς.

  • συμφωνώ

    verb

    De forskjellige landene samtykte derfor i at verdien av deres penger ble fastsatt i forhold til dollaren.

    Έτσι τα έθνη συμφώνησαν να εκτιμήσουν τα χρήματά των σε σχέσι με το δολλάριο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " samtykke " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate

Φράσεις παρόμοιες με "samtykke" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "samtykke" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη