Μετάφραση του "samvittighet" σε Ελληνικά

Οι συνείδηση, Gewissen είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "samvittighet" σε Ελληνικά.

samvittighet γραμματική
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • συνείδηση

    noun feminine

    Han berøver henne en moralsk ren stilling og en god samvittighet.

    Της στερεί μια καθαρή ηθική υπόσταση και αγαθή συνείδηση.

  • Gewissen

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " samvittighet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "samvittighet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη